Θετικό ήταν το διπλό μήνυμα που έστειλαν το βράδυ της Παρασκευής Moody’s και Scope Ratings για την ελληνική οικονομία, όμως πίσω από τις αναβαθμίσεις παραμένουν αρκετοί και σημαντικοί «αστερίσκοι».
Η Scope ανέβασε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας κατά μία βαθμίδα, σε BBB+ από BBB, ενώ ταυτόχρονα επανέφερε το outlook σε σταθερό από θετικό. Η Moody’s, από την πλευρά της, έκανε ένα πιο συγκρατημένο βήμα, καθώς αναβάθμισε τις προοπτικές σε θετικές από σταθερές, αλλά δεν αναβάθμισε την ίδια την πιστοληπτική βαθμίδα, αφήνοντας την Ελλάδα στο Baa3, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο της επενδυτικής κατηγορίας.
Η εικόνα επομένως είναι πιο σύνθετη από έναν τίτλο περί «διπλής αναβάθμισης». Η Scope έχει πλέον τοποθετήσει την Ελλάδα στο ανώτερο σκαλοπάτι της κατηγορίας BBB, μία βαθμίδα πριν από το A-, όμως η Moody’s εξακολουθεί να την διατηρεί δύο σκαλοπάτια χαμηλότερα από το ανώτερο επίπεδο της αντίστοιχης κατηγορίας Baa. Συνολικά, λοιπόν, η χώρα δεν έχει ακόμη εδραιωθεί στο ανώτερο επίπεδο του «grade B» μεταξύ των μεγάλων οίκων, ενώ η γενικευμένη μετάβαση στην κατηγορία Α παραμένει ένα σαφώς πιο απαιτητικό επόμενο βήμα.
Moody’s: Το χρέος παραμένει βασική αδυναμία
Ο πρώτος μεγάλος αστερίσκος της Moody’s αφορά το δημόσιο χρέος. Παρά την εντυπωσιακή αποκλιμάκωσή του τα τελευταία χρόνια, το ύψος του εξακολουθεί να αποτελεί βασική πιστωτική αδυναμία της Ελλάδας.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 146,1% το 2025, από 154,2% το 2024 και 209,4% στην κορύφωσή του το 2020, ενώ η Moody’s προβλέπει περαιτέρω πτώση κοντά στο 120% έως το 2030. Η πρόοδος είναι μεγάλη, αλλά το απόλυτο επίπεδο παραμένει υψηλό και συνεχίζει να περιορίζει την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.
Αυτό εξηγεί και γιατί η Moody’s δεν προχώρησε αυτή τη φορά σε αναβάθμιση της βαθμίδας, παρά το θετικό outlook.
Ανάπτυξη μόλις 1,7%
Ένας δεύτερος αστερίσκος βρίσκεται στην αναπτυξιακή δυναμική.
Η Moody’s είχε ήδη προχωρήσει σε σημαντική προς τα κάτω αναθεώρηση των εκτιμήσεών της για την ελληνική οικονομία, προβλέποντας ανάπτυξη μόλις 1,7% τόσο το 2026 όσο και το 2027, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 2,1%.
Πρόκειται για ένα κρίσιμο ζήτημα, καθώς το ζητούμενο για την επόμενη πιστοληπτική αναβάθμιση δεν είναι μόνο η διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων αλλά και η δυνατότητα της οικονομίας να πετύχει υψηλότερη και διατηρήσιμη δυνητική ανάπτυξη.
Ιδιαίτερο ερώτημα αποτελεί το τι θα συμβεί όταν εξασθενήσει η ώθηση από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Moody’s έχει επισημάνει τον κίνδυνο η σημερινή σχετικά ισχυρή αναπτυξιακή επίδοση να μετριαστεί μετά την ολοκλήρωση της απορρόφησης των πόρων του RRF.
Μεταρρυθμίσεις: Η δουλειά δεν έχει τελειώσει
Η ίδια η απόφαση της Moody’s δείχνει και τι χρειάζεται για το επόμενο βήμα.
Ο οίκος αναφέρει ότι η αξιολόγηση θα μπορούσε να σημάνει αναβάθμιση εφόσον ένα αξιόπιστο πολυετές πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αξιοποιήσει την πρόοδο της τελευταίας δεκαετίας και βελτιώσει τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Αντίστροφα, η Moody’s προειδοποιεί ότι οι προοπτικές θα μπορούσαν να επιστρέψουν από θετικές σε σταθερές εάν μελλοντικές κυβερνήσεις δεν συνεχίσουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ή εάν αποδυναμωθεί η δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα που μειώνουν το χρέος.
Επομένως, το θετικό outlook δεν αποτελεί προεξόφληση μιας νέας αναβάθμισης, αλλά ουσιαστικά μια αναβάθμιση υπό προϋποθέσεις.
Δημογραφικό και κλιματική αλλαγή
Στον κατάλογο των μακροπρόθεσμων αδυναμιών παραμένει και το δημογραφικό. Οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις περιορίζουν το εργατικό δυναμικό και λειτουργούν ανασταλτικά στις μακροπρόθεσμες δυνατότητες ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα, η Moody’s έχει επισημάνει την αυξημένη έκθεση της Ελλάδας στους φυσικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, ιδιαίτερα στις πυρκαγιές και στη λειψυδρία, εξελίξεις οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.
Οι αστερίσκοι της Scope
Αντίστοιχα μηνύματα στέλνει και η Scope, παρά την καθαρή αναβάθμιση στο BBB+.
Ο οίκος εξακολουθεί να θεωρεί ως βασικές πιστωτικές αδυναμίες της χώρας το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, το χαμηλό δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης και τις εξωτερικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το τελευταίο στοιχείο, καθώς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί μία από τις επίμονες μακροοικονομικές ανισορροπίες της χώρας.
Στις προκλήσεις προστίθενται η χαμηλή παραγωγικότητα και οι δημογραφικές πιέσεις, παράγοντες που περιορίζουν τη δυνατότητα της οικονομίας να διατηρήσει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης σε βάθος χρόνου.
Η Scope παρακολουθεί επίσης την πορεία των μεταρρυθμίσεων, την αποτελεσματική υλοποίηση των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και την επίδρασή τους στην πραγματική οικονομία, καθώς και την περαιτέρω πρόοδο του τραπεζικού συστήματος στην αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους που κληροδότησε η πολυετής κρίση.
Και ο εξωτερικός κίνδυνος
Πάνω στις εγχώριες αδυναμίες προστίθεται πλέον και ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις και κυρίως η επίδρασή τους στις τιμές της ενέργειας αποτελούν έναν επιπλέον κίνδυνο για μια οικονομία όπως η ελληνική, η οποία παραμένει ευάλωτη στις εξωτερικές διαταραχές.
Το μήνυμα των δύο οίκων είναι επομένως διπλό. Από τη μία, αναγνωρίζεται η σημαντική πρόοδος που έχει σημειωθεί στα δημόσια οικονομικά, στο χρέος, στις επενδύσεις και στις μεταρρυθμίσεις. Από την άλλη, όμως, η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από μια συνολικά υψηλότερη πιστοληπτική κατηγορία δεν καλύπτεται μόνο με πρωτογενή πλεονάσματα και πρόωρες αποπληρωμές χρέους.
Για να παγιωθεί η χώρα στο ανώτερο τμήμα της κατηγορίας BBB/Baa και, πολύ περισσότερο, για να περάσει συνολικά στην κατηγορία Α, οι οίκοι ζητούν ουσιαστικά μεγαλύτερη δυνητική ανάπτυξη, παραγωγικότητα, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους και περιορισμό των εξωτερικών και δημογραφικών αδυναμιών.
Πηγή: ΟΤ
