Ζοφερό χειμώνα θα ζήσει η Ευρώπη, προειδοποιούν διεθνείς οικονομικοί αναλυτές, καθώς η εξάντληση των αποθεμάτων φυσικού αερίου και η ραγδαία αύξηση του κόστους προκαλούν ενεργειακή κρίση σε ολόκληρη την ήπειρο.
Η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα με τα αποθέματα φυσικού αερίου στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας, αφού η διακοπή των εφοδιασμών στα Στενά του Ορμούζ εμπόδισε τις χώρες να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν οι τιμές είναι συνήθως χαμηλότερες. Τα αποθέματα είναι πλέον γεμάτα κατά περίπου 67%, έναντι ενός εποχιακού μέσου όρου που πλησιάζει το 80%.


Η Γερμανία, όπως σημειώνει ο βρετανικός Guardian, η οποία διαθέτει τη μεγαλύτερη χωρητικότητα αποθήκευσης στην Ευρώπη, είναι γεμάτη μόνο κατά το ήμισυ περίπου και φαίνεται ότι δεν θα πετύχει τον επίσημο στόχο αποθήκευσης του 70% φέτος. Αναμένεται ότι και η Ολλανδία δεν θα πετύχει τον στόχο του 80%.
Ως ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές φυσικού αερίου στην Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ευάλωτο, καθώς διαθέτει μία από τις χαμηλότερες χωρητικότητες εγχώριων αποθεμάτων και βασίζεται αντ’ αυτού στις εισαγωγές μέσω αγωγών από την Ευρώπη και σε δεξαμενόπλοια από τις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή. Ο Κρις Ο’Σέι, διευθύνων σύμβουλος της Centrica, ιδιοκτήτριας της British Gas, δήλωσε τον περασμένο μήνα ότι η Βρετανία «δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου αποθέματα φυσικού αερίου» για τον ερχόμενο χειμώνα.
Ανοδικές τάσεις και ελλείψεις φυσικού αερίου στη Βρετανία
Η σύγκρουση έχει διαταράξει τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό από τη στιγμή που το Ιράν άρχισε να επιτίθεται σε πλοία στον Περσικό Κόλπο και να εμποδίζει τη διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ, της στενής θαλάσσιας οδού από την οποία διέρχεται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι βρετανικές χονδρικές τιμές του φυσικού αερίου ανέβηκαν στις 205 πένες (p per therm) αυτή την εβδομάδα, το υψηλότερο επίπεδο από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και αύξηση κατά 101% από τις 102 πένες του Ιουνίου. Συγκριτικά, στα τέλη Φεβρουαρίου η τιμή ήταν 78 πένες. Το Ηνωμένο Βασίλειο εισάγει περίπου το 70% του φυσικού αερίου που καταναλώνει, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στις διακυμάνσεις των τιμών.
Η Bridgnorth Aluminium, η οποία απασχολεί 370 άτομα στο εργοστάσιό της στο Σροπσάιρ, στην βιομηχανική καρδιά του Ηνωμένου Βασιλείου, νιώθει ήδη τις επιπτώσεις. Ο συνολικός λογαριασμός της για φυσικό αέριο και ηλεκτρικό ρεύμα ανέρχεται σε περίπου 1,1 εκατ. λίρες το μήνα, αποτελώντας το 18% του συνολικού κόστους της, και συνεχίζει να αυξάνεται.
Στις μεγαλύτερες συμβάσεις της περιλαμβάνεται ένα «δίχτυ ασφαλείας» – όταν οι τιμές του φυσικού αερίου ξεπεράσουν ένα συγκεκριμένο όριο, οι πελάτες πληρώνουν τη διαφορά. Το όριο αυτό ξεπεράστηκε τον περασμένο μήνα, αλλά το ερώτημα αν οι πελάτες θα επιστρέψουν. «Πρέπει να πληρώσουν επειδή έτσι ορίζει η σύμβαση, αλλά προφανώς δεν θα τους αρέσει», τονίζει ο διευθυντής πωλήσεων, Άντριαν Μάσγκρεϊβ, προσθέοντας πως «όταν έρθει η ώρα της ανανέωσης, αυτό θα αποτελέσει πρόβλημα».
Χαρακτηριστικό είναι ότι η Bridgnorth Aluminium εξετάζει το ενδεχόμενο να πάρει μεγαλύτερες διακοπές Χριστουγέννων ή να πραγματοποιήσει την συντήρηση, που αρχικά είχε προγραμματιστεί για τον Απρίλιο, νωρίτερα από το αναμενόμενο, τον Ιανουάριο, ώστε το εργοστάσιο να λειτουργεί λιγότερο κατά τις περιόδους υψηλών τιμών. Και αυτό, οι εργαζόμενοι το γνωρίζουν, οπότε οι άνθρωποι αρχίζουν να ανησυχούν.
Δυσκολίες και στο γερμανικό «Mittelstand»
Ο Αλεξάντερ Τζούλιους, διευθύνων εταίρος της Macrometal Handelsgesellschaft, μιας εταιρείας διανομής χάλυβα στο Αμβούργο, αναφέρει ότι η εταιρεία του ανταγωνίζεται «παραγωγούς σε περιοχές όπου το κόστος ενέργειας είναι συχνά σημαντικά χαμηλότερο και όπου οι κυβερνήσεις παρέχουν άμεση ή έμμεση βιομηχανική στήριξη».
Για κλάδους όπως ο δικός του, που ανήκουν στο γερμανικό Mittelstand (σ.σ. το Mittelstand είναι η ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας, η οποία αποτελείται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις), λέει ότι η ενέργεια δεν είναι απλώς ένα ακόμη στοιχείο στις γραμμές κόστους, αλλά «ένα θεμελιώδες μέσο παραγωγής». Ωστόσο, αντί να λαμβάνουν στήριξη, «πλήττονται από τους πράσινους φόρους, ενώ το κόστος της ενέργειας εκτοξεύεται στα ύψη».
Έρχονται «λουκέτα» αν δεν μειωθεί το ενεργειακό κόστος
Ο Τζούλιους, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος του εμπορικού οργανισμού Eurometal, προειδοποιεί ότι οι εταιρείες θα οδηγηθούν στη χρεοκοπία και η εργασία θα μεταφερθεί στην Κίνα ή την Ινδία, εκτός αν ληφθούν μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Η Eurometal έχει προειδοποιήσει ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας στον τομέα της μεταποίησης σε ολόκληρη την Ευρώπη ενδέχεται να φθάσουν τις 300.000 έως το τέλος του έτους, λόγω εν μέρει του κινεζικού ανταγωνισμού και επιπλέον εξαιτίας του ενεργειακού κόστους.
Ο Άξελ Έγκερτ, γενικός διευθυντής του ευρωπαϊκού οργανισμού χάλυβα Eurofer, προσθέτει ότι οι υψηλές τιμές «θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε διακοπές της παραγωγής. Τέτοια πρόσθετα κόστη δεν μπορούν απλώς να απορροφηθούν από βιομηχανίες υψηλής ενεργειακής κατανάλωσης που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό.
«Όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος οι προσωρινές περικοπές στην παραγωγή να γίνουν διαρθρωτικές, με συνέπειες για τις επενδύσεις, την απασχόληση και, τελικά, τη βιωσιμότητα των βιομηχανικών εγκαταστάσεων στην Ευρώπη».
Η αυτοκινητοβιομηχανία στη Γερμανία έχει επίσης ζητήσει την ανάληψη επείγουσας δράσης από το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, αναφέροντας ότι «οι υψηλές τιμές της ενέργειας συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα ανταγωνιστικά μειονεκτήματα της Γερμανίας ως επιχειρηματικού προορισμού», με τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας να είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τριπλάσιες από αυτές των ΗΠΑ.
«Η Γερμανία, όπως και η ΕΕ, χρειάζεται επειγόντως μια κοινά υποστηριζόμενη ενεργειακή στρατηγική με χαμηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και υποδομή δικτύου έτοιμη για το μέλλον», δήλωσε εκπρόσωπος της επαγγελματικής ένωσης VDA. Η ανάπτυξη νέων βιομηχανιών θα αποτελέσει «αποφασιστικό παράγοντα για τον προσδιορισμό» των εισερχόμενων ξένων επενδύσεων στο μέλλον, πρόσθεσε.
«Κρίση χωρίς τέλος»
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δυσμενής για τον κλάδο των χημικών, όπου οι εταιρείες βασίζονται στο φυσικό αέριο τόσο για την τροφοδοσία των εργοστασίων τους όσο και ως πρώτη ύλη – είναι το υλικό από το οποίο κατασκευάζονται πολλά προϊόντα – πράγμα που σημαίνει ότι κάθε απότομη αύξηση των τιμών τις πλήττει διπλά.
Ο Francesco Buzzella, πρόεδρος της ιταλικής ένωσης χημικών εταιρειών Federchimica, αναφέρει ότι αυτό παραμένει ο «κύριος παράγοντας που υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των χημικών εταιρειών» στην Ιταλία. Η ενέργεια αντιπροσωπεύει πλέον το 18% της αξίας του συνόλου της παραγωγής της ιταλικής χημικής βιομηχανίας, από 14% το 2021 – και θα μπορούσε να φτάσει το 23% αν οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου δεν μειωθούν. Αυτή την εβδομάδα, το πετρέλαιο έφτασε τα 107 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι ΗΠΑ και το Ιράν συνεχίζουν να ανταλλάσσουν πυρά.
Η παραγωγική δραστηριότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει μειωθεί κατά 60% από το 2021, σύμφωνα με την Ένωση Χημικής Βιομηχανίας, με το κλείσιμο τουλάχιστον 25 εργοστασίων.
Ο Πίτερ Χάντσμαν, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου χημικών Huntsman Corporation, δήλωσε στον Guardian ότι οι συνεχιζόμενες υψηλές τιμές θα μπορούσαν να αναγκάσουν το κλείσιμο του τελευταίου εργοστασίου της εταιρείας που απομένει στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Εν τω μεταξύ, πίσω στο Σρόπσαϊρ, ο Μάσγκρεϊβ αναφέρει ότι ο ιδιοκτήτης της Bridgnorth Aluminium, ο βελγικός βιομηχανικός όμιλος Viohalco, επιθυμεί να επενδύσει περαιτέρω στις δραστηριότητες της εταιρείας, αλλά τα οικονομικά στοιχεία γίνονται όλο και πιο δύσκολο να δικαιολογηθούν.
«Είμαι σε αυτόν το κλάδο λίγο πάνω από 20 χρόνια. Τα πρώτα δέκα, το μακροοικονομικό περιβάλλον ήταν πάντα αρκετά σταθερό. Αλλά μετά ήρθε το Brexit, που άλλαξε τα πράγματα· η ενεργειακή κρίση με την Ουκρανία· η πανδημία του Covid· και τώρα αυτό», όπως λέει, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Νομίζεις ότι θα έρθει μια χρονιά που ίσως δεν θα υπάρξουν πολλές αλλαγές. Αλλά οι αλλαγές συνεχίζουν να έρχονται…».
