Ένα εφιαλτικό déjà vu ζει τις τελευταίες ημέρες η Ευρώπη. Η αγορά ενέργειας βρίσκεται εκ νέου στη δίνη μιας οξείας κρίσης. Το φυσικό αέριο συνεχίζει να ανεβαίνει και αναπόφευκτα ξυπνούν ζοφερές μνήμες του δραματικού χειμώνα του 2022.
Το συμβόλαιο αναφοράς στο ολλανδικό hub TTF αγγίζει το ψυχολογικό όριο των 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα (€/MWh), φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων ετών και αποδεικνύοντας ότι η ενεργειακή ευπάθεια της Γηραιάς Ηπείρου παραμένει μια ανοιχτή, αιμορραγούσα πληγή.
Περιμένουμε «έναν ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα»
Οι προειδοποιήσεις που εκπέμπονται πλέον από τις Βρυξέλλες δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού: «Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα ενεργειακή κρίση και έναν ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα για τους πολίτες και την οικονομία μας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο αρμόδιος Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν. Καθώς οι θερμοκρασίες αρχίζουν να υποχωρούν σταδιακά και η χειμερινή περίοδος ξεκινά, το βασικό ερώτημα που πλανάται πάνω από νοικοκυριά και επιχειρήσεις είναι ένα: Πόσο ανθεκτική είναι αυτή τη φορά η ευρωπαϊκή οικονομία μπροστά σε ένα νέο κύμα ακρίβειας;
Οι ανησυχίες για τις προμήθειες LNG, τα χαμηλότερα από τα συνήθη για την εποχή επίπεδα των ευρωπαϊκών αποθεμάτων αερίου και η έναρξη της περιόδου θέρμανσης εντείνουν την αβεβαιότητα με την Ελλάδα να μην μένει αλώβητη από αυτή τη συνθήκη.


Οι γεωπολιτικές εξελίξεις και τα αποθέματα σε φυσικό αέριο
Η εκτόξευση των τιμών δεν είναι ένα τυχαίο επεισόδιο, αλλά το αποτέλεσμα μιας επικίνδυνης γεωπολιτικής και εφοδιαστικής συνέργειας. Στην καρδιά της νέας αύξησης των τιμών βρίσκεται η συνεχιζόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο τον εφιάλτη της διακοπής των ροών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Τα Στενά του Ορμούζ -η κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία από την οποία διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου LNG, με αιχμή του δόρατος τις εξαγωγές του Κατάρ- βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς ανησυχίας. Τυχόν παρατεταμένη διαταραχή ή αποκλεισμός της ναυσιπλοΐας στην περιοχή απειλεί να αφαιρέσει τεράστιες ποσότητες καυσίμου από την παγκόσμια αγορά. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ευρώπη θα υποχρεωθεί σε έναν εξοντωτικό ανταγωνισμό προσφορών με τις ασιατικές οικονομίες για την εξασφάλιση των διαθέσιμων φορτίων LNG.
Τα αποθέματα φυσικού αερίου της ΕΕ βρίσκονταν στο 75% στις 21 Οκτωβρίου, σύμφωνα με την EU Agency for the Cooperation of Energy Regulators (ACER), αρκετά χαμηλότερα από τον συνηθισμένο στόχο του 90% έως την 1η Νοεμβρίου.
Με τα επίπεδα αποθήκευσης να κινούνται γύρω στο 75%, η αγορά προεξοφλεί ότι ένα κύμα παρατεταμένου ψύχους στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη θα μπορούσε να εξαντλήσει τα αποθέματα με πρωτοφανή ταχύτητα. Αν σε αυτό προστεθεί η μειωμένη απόδοση των ΑΠΕ, η εξάρτηση από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο καθίσταται απόλυτη, πιέζοντας τις τιμές χονδρικής ακόμα ψηλότερα.
Η έξοδος από τον προηγούμενο χειμώνα βρήκε τις ευρωπαϊκές αποθήκες στο 28% της χωρητικότητάς τους, έναντι του ιστορικού μέσου όρου εννιαετίας που κυμαίνεται κοντά στο 40%. Η διαδικασία αναπλήρωσης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού εξελίχθηκε βραδέως και με ιδιαίτερα υψηλό κόστος.


Ντόμινο ανατιμήσεων και στην Ελλάδα
Όπως συνέβη και στην κρίση του 2022, οι κραδασμοί του ευρωπαϊκού TTF μεταδίδονται με ταχύτητα αστραπής στην ελληνική αγορά ενέργειας. Καθώς η ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο κάθε αύξηση στο καύσιμο μετακυλίεται άμεσα και αναπόφευκτα στην τιμή του ρεύματος.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:
- Άλμα χονδρικής: Η μέση τιμή ρεύματος τον Οκτώβριο ξεπέρασε τα 187 €/MWh, καταγράφοντας άνοδο άνω του 20% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο (156,3 €/MWh).
- Πίεση στα τιμολόγια Νοεμβρίου: Η ανοδική αυτή τροχιά μεταφέρεται απευθείας στα «πράσινα» και «κίτρινα» τιμολόγια λιανικής που καλούνται να πληρώσουν οι καταναλωτές.
Το αποτέλεσμα είναι η επιστροφή του άγχους για τους λογαριασμούς ρεύματος και θέρμανσης, σε μια χρονική συγκυρία που τα ελληνικά νοικοκυριά δοκιμάζονται ήδη από τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις στα είδη πρώτης ανάγκης και τα τρόφιμα.


Απολύτως εκτεθειμένη η βιομηχανία
Για τον παραγωγικό ιστό της χώρας και της Ευρώπης συνολικά, η διατήρηση των τιμών του φυσικού αερίου σε επίπεδα πέριξ ή άνω των 100 €/MWh συνιστά υπαρξιακή απειλή. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες -από τη μεταλλουργία και τη χημική βιομηχανία έως την κεραμοποιία και τη βιομηχανία τροφίμων- βλέπουν το λειτουργικό τους κόστος να εκτινάσσεται στα ύψη.
Η απώλεια της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών προϊόντων είναι ήδη ορατή. Κολοσσοί του ευρωπαϊκού βιομηχανικού χάρτη αναγκάζονται να αναπροσαρμόσουν τις προβλέψεις τους ή ακόμα και να περιορίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα, την ώρα που στην Ελλάδα οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας προειδοποιούν ότι το ανεξέλεγκτο ενεργειακό κόστος απειλεί να ακυρώσει τις αναπτυξιακές προοπτικές και να οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.


Η ευρωπαϊκή απόκριση: Ημίμετρα και απουσία κοινού ταμείου
Μπροστά στο φάσμα του νέου ενεργειακού εφιάλτη, οι υπουργοί Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης συσκέπτονται εκτάκτως εξετάζοντας μέτρα προστασίας και συντονισμού. Στο τραπέζι βρίσκονται προτάσεις για υποχρεωτικό περιορισμό της ζήτησης, ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών και ευελιξία στους κανόνες αποθήκευσης.
Ωστόσο, η κριτική προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι εντονότατη. Για ακόμη μία φορά, παρατηρείται παντελής απουσία ενός γενναίου, κοινού ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού εργαλείου που θα μπορούσε να επιδοτήσει οριζόντια νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η έλλειψη συμφωνίας για έναν ενιαίο ευρωπαϊκό φόρο στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων αφήνει το βάρος της διαχείρισης αποκλειστικά στις εθνικές κυβερνήσεις.
Ο χειμώνας που ανατέλλει προδιαγράφεται μακρύς και απαιτητικός. Χωρίς μια συντονισμένη, τολμηρή παρέμβαση στην ρίζα του προβλήματος και με τις γεωπολιτικές εστίες ανάφλεξης να παραμένουν ενεργές, οι πολίτες καλούνται να προετοιμαστούν για μια νέα περίοδο δοκιμασίας.
