Προειδοποίηση προς τις ευρωπαϊκές οικονομίες απευθύνει σε άρθρο γνώμης στους Financial Times ο καθηγητής πρακτικής εφαρμογής στο Wharton School, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της Allianz και πρόεδρος της Gramercy Funds Management, Μοχάμεντ Ελ Εριάν εξηγόντας πώς η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων διασχίζει τον Ατλαντικό και μεταφέρεται στην Ευρώπη αποκαλύπτοντας τις διαρθρωτικές αδυναμίες τους.
Παραφράζοντας τη ρήση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, Τζόν Κόνναλι που απάντησε στις αρχές δεκαετίας του 70 στους Ευρωπαίους που διαμαρτυρόταν για τη νομισματική πολιτική του δολαρίου λέγοντας «Το νόμισμα μας, το πρόβλημα σας» ο διάσημος οικονομολόγος περιγράφει το σήμερα στις αγορές ομολόγων ως «Οι αποδόσεις μας, το πρόβλημά σας!»
Τα αμερικανικά ομόλογα
Υποστηρίζει ότι οι δύο κινητήριες δυνάμεις της δυναμικής των ΗΠΑ έχουν οδηγήσει την απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, που είναι και ο δείκτης αναφοράς για το δανεισμό παγκοσμίως, πάνω από το 5% και την απόδοση του 30ετούς στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 24 χρόνων.
Η πρώτη είναι η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα που προέρχεται από τον τεχνολογικός κλάδο, που αντλεί κεφάλαια μέσω των αγορών ομολόγων για τις επενδύσεις του. Η δεύτερη είναι η διόγκωση του δημοσιονομικού ελλείμματος που συμπίπτει με την ανάγκη αναχρηματοδότησης των ομολόγων που λήγει η έκδοση τους, σε μια εποχή που μειώνεται η διαθεσιμότητα κεφαλαίων από τους παραδοσιακά αξιόπιστους μακροπρόθεσμους κατόχους αμερικανικών τίτλων σταθερού εισοδήματος.
Ο πληθωρισμός, όπως αναφέρει, εντείνει το φαινόμενο καθώς οι υψηλές τιμές της ενέργειας μετακυλίονται στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών.
Η αμερικανική αγορά ομολόγων στον πλανήτη. Ως εξ τούτου, ότι συμβαίνει στην αγορά δεν μένει στις ΗΠΑ. Αντίθετα, επεκτείνεται σε άλλες χώρες και, στη διαδικασία αυτή, αποκαλύπτει τις διαρθρωτικές αδυναμίες τους, υποστηρίζει ο Ελ Εριάν.
Η χώρα επωφελείται από το «υπερβολικό προνόμιο» του δολαρίου, που παραμένει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα αλλά και από ότι διαθέτουν το πιο ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στο οποίο άλλες χώρες αναθέτουν τη διαχείριση του πλούτου και των αποταμιεύσεών τους.
Τα ευρωπαϊκά ομόλογα
Οι ΗΠΑ όχι μόνο έχουν εισάγει κεφάλαια από την Ευρώπη, χάρη στον πιο δυναμικό και επιχειρηματικό ιδιωτικό τομέα τους, αλλά τώρα εξάγουν και χρηματοοικονομικές πιέσεις μέσω του κόστους δανεισμού, το οποίο επηρεάζει κυβερνήσεις, εταιρείες, στεγαστικά δάνεια και νοικοκυριά, τονίζει ο διάσημος οικονομολόγος.
Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως υποστηρίζει. Η χαμηλή ανάπτυξη αλλά και το έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα την καθιστούν ιδιαίτερα ευπρόσβλητη και οι αποδόσεις των ομολόγων της διαπραγματεύονται σε επίπεδα που δεν θυμίζουν χώρα της κεντρικής Ευρώπης αλλά της περιφέρειας.
Οι αποδόσεις σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επίσης αυξηθεί, με κίνδυνο να εκτεθούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες, καθώς οι αυξημένες τιμές της ενέργειας επιτείνουν τις πιέσεις για πληθωρισμό. Επιπλέον, υπάρχει η πιθανότητα να επεκταθούν αυτές οι επιπτώσεις και στις αγορές των ΗΠΑ. Αν και αυτό μπορεί να φαίνεται περιορισμένο, ενέχει ωστόσο τον κίνδυνο να δημιουργηθούν διαταρακτικοί κύκλοι χρηματοοικονομικής ανατροφοδότησης μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, υποστηρίζει ο αρθρογράφος.
Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ελπίζουν σε σημαντική πτώση των αμερικανικών αποδόσεων. O Ελ Εριάν θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να γίνει λόγω σημαντικής δημοσιονομικής προσαρμογής. Θεωρεί πιο πιθανό μια απότομη προσγείωση της αμερικανικής οικονομίας να επιφέρει την αποκλιμάκωση των αποδόσεων. Σε αυτό όμως το ενδεχόμενο θα υπονομευθεί άμεσα η παγκόσμια ζήτηση και το εμπόριο, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα ενός νέου κύματος δασμών και περιορισμών. Αυτό θα προκαλέσει πολύ μεγαλύτερο πόνο στην Ευρώπη από ό,τι οι τρέχουσες υψηλές αποδόσεις, τονίζει.
Επομένως, συμπεραίνει ο Ελ Εριάν, η Ευρώπη, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιμένει να τη σώσει η αδυναμία των ΗΠΑ. Ούτε οι κυβερνήσεις πρέπει να βασίζονται στις κεντρικές τους τράπεζες, όπως πρότεινε η ηγέτιδα της ακροδεξιάς στη Γαλλία, Μαρίν Λε Πεν, σε πρόσφατη συνέντευξή της στη Financial Times.
Η πρόταση Ελ Εριάν για την Ευρώπη
Ο μόνος τρόπος, όπως υπογραμμίζει, για να ελαχιστοποιηθεί ο πραγματικός και άμεσος κίνδυνος κλιμάκωσης της οικονομικής ζημίας είναι να δοθεί έμφαση στην επίτευξη υψηλότερης ανάπτυξης και παραγωγικότητας, μεταξύ άλλων μέσω της μείωσης της γραφειοκρατίας, της ολοκλήρωσης των σχεδίων της ΕΕ για την ένωση των κεφαλαιαγορών με στόχο τη δημιουργία μιας ενοποιημένης αγοράς σε ολόκληρη την Ένωση, της επιτάχυνσης του εκσυγχρονισμού των υποδομών και της καινοτομίας, καθώς και της ενίσχυσης των υποσχόμενων νεοφυών επιχειρήσεων, μέτρα τα οποία θα μείωναν επίσης τις ευρωπαϊκές εγχώριες αποταμιεύσεις που ρέουν προς τον Ατλαντικό για τη χρηματοδότηση της αμερικανικής τεχνολογίας. Πολλές από τις προτάσεις που περιλαμβάνει η έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ.
Οι χώρες πρέπει επίσης να προβούν στις δικές τους δημοσιονομικές προσαρμογές, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων που ευνοούν την ανάπτυξη, προσθέτει.
Τα τεκταινόμενα στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων αποτελούν ακόμη μια υπενθύμιση ότι η εποχή της εξάρτησης από την αμερικανική χρηματοοικονομική γενναιοδωρία ή/και από ένα τεχνητά κατασταλμένο παγκόσμιο περιβάλλον επιτοκίων έχει πλέον τελειώσει, σημειώνει ο Ελ Εριάν.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη, καθώς και αλλού, πρέπει να αναλάβουν δράση αναγνωρίζοντας ότι, ενώ η τρέχουσα κρίση των αποδόσεων ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, πρέπει να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν τις λύσεις στο εσωτερικό των χωρών τους. Μέχρι να το πράξουν, η αμερικανική αγορά ομολόγων θα παραμείνει δικό τους πρόβλημα, και θα γίνεται όλο και πιο δαπανηρό, καταλήγει.
