Οδηγούν τα επενδυτικά κεφάλαια στην ομογενοποίηση των τοπικών αγορών; Έτσι φαίνεται να υποστηρίζουν πολλοί πελάτες του μεξικάνικου Los Tacos No 1 στη Νέα Υόρκη, αφότου έλαβε αυτόν τον Σεπτέμβριο χρηματοδότηση από την εταιρεία ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων TSG Consumer.
Παρότι στο επίσημο δελτίο τύπου η εταρεία προσπάθησε να υποστηρίξει το ενάντιο, οι πελάτες ήδη έχουν κηρύξει στα social media την αρχή του τέλους για την αλυσίδα, προβλέποντας ψαλίδι στις μερίδες φαγητού και πτώση στην ποιότητα.
Αντιμέτωποι με τέτοιους «επικηδείους», οι συνιδρυτές υποσχέθηκαν: «Όχι, δεν πρόκειται να αρχίσουμε να χρεώνουμε έξτρα για το γουακαμόλε. Δεν θα το γυρίσουμε σε κρέας αλόγου. Και όχι, σίγουρα δεν πρόκειται να πειράξουμε τα tacos». Αλλά και αυτά αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό και οργή.
Όσοι «θρηνούν» για την «ομογενοποίηση» που συντελείται στη Νέα Υόρκη, θεωρούν ότι η πόλη έχει μετατραπεί σε ένα εμπορικό κέντρο ακριβώς λόγω της εμπλοκής ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων.
Πρόκειται για ένα επιχειρηματικό μοντέλο με εταιρείες που επενδύουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις για να τις αναπτύξουν και να τις αναδιαρθρώσουν, με την ελπίδα να αποκομίσουν κέρδος.
Σε ολόκληρες τις ΗΠΑ το private equity εκτείνεται σε μια συνεχώς αυξανόμενη ποικιλία κλάδων, από νοσοκομεία και κτηνιατρικές κλινικές μέχρι σειρές ρούχων και μάρκες μαχαιροπίρουνων.


Γιατί τα private equity ποντάρουν στο φαγητό
«Τα μεγάλα κεφάλαια ποντάρουν στα bagel», έγραφε ένας τίτλος των New York Times τον Απρίλιο σχετικά με τις επενδύσεις private equity στο εν λόγω προϊόν.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα αρτοσκευάσματα, σύμφωνα με το ελεγχόμενο από τους εργαζόμενους γαστρονομικό έντυπο Ravenous, το οποίο την περασμένη εβδομάδα εξέτασε «την περίεργη περίπτωση του άψυχου μπισκότου των private equity».
Σύμφωνα με την Jaya Saxena, συγγραφέα και συνιδιοκτήτρια-εργαζόμενη στο Ravenous, τα ελκυστικά concepts για επενδύσεις private equity τείνουν να είναι εστιατόρια που σερβίρουν φαγητό το οποίο μπορεί να φτιαχτεί εύκολα και φθηνά.
«Τα μπισκότα, τα bagel και το παγωτό λειτουργούν εξαιρετικά, επειδή δεν χρειάζεται να είσαι επαγγελματικά εκπαιδευμένος σεφ για να βάλεις μια μπάλα παγωτό ή να τοποθετήσεις προπαρασκευασμένα κατεψυγμένα μπισκότα σε έναν φούρνο», δήλωσε η ίδια. Επιπλέον, οι πελάτες κυριολεκτικά σχηματίζουν ουρές για αυτά τα εδέσματα, όπως έκαναν αυτό το καλοκαίρι στο West Village για το ελληνικό γιαούρτι του Myka’s ή την περασμένη εβδομάδα στο νέο κατάστημα του Blank Street Coffee στη Φιλαδέλφεια.
Όπως αναφέρει ο Guardian, αμφότερα τα δύο franchises έχουν λάβει χρηματοδότηση από private equity.
Οι σκεπτικοί στη Νέα Υόρκη προτείνουν εναλλακτικές
Άλλοι πελάτες, όμως, δεν μπάινουν καν στην ουρά. Πιστεύουν ότι τα εστιατόρια που χρηματοδοτούνται ή ανήκουν σε private equity είναι μοιραίο να μειώσουν το κόστος, να σερβίρουν χαμηλής ποιότητας φαγητό και να υιοθετήσουν μια αισθητική χωρίς προσωπικότητα.
Μπορεί να είναι κομψά, αλλά μοιάζουν αποστειρωμένα, χωρίς κάποια πολιτισμική σύνδεση με τη γειτονιά τους. Τα ταμεία αντικαθίστανται με οθόνες αφής για παραγγελίες και οι τιμές ανεβαίνουν σημαντικά.
Η συζήτηση άνοιξε πρόσφατα και στο TikTok, όταν μια χρήστρια με το όνομα @thedilligentdiva δημιούργησε μια λίστα με τέτοια εστιατόρια στη Νέα Υόρκη, που είναι προς…αποφυγή, «ώστε να μην χρειάζεται να ξοδέψετε 20 δολάρια για ένα μπολ acai».
Όπως αναφέρει ο Guardian, η εκστρατεία της φαίνεται να ξεκίνησε όταν έφαγε το εν λόγω μπολ acai των 20 δολαρίων στο Pura Vida, το οποίο περιέγραψε ως χαμηλής ποιότητας και «σκέτη ζάχαρη».
Οι σχολιαστές συμφώνησαν, αναφέροντας άλλα μέρη που ανήκουν σε private equity και «θρηνώντας» για την παρουσία τους στον κλάδο.
«Είναι λυπηρό όταν συνειδητοποιείς ότι είναι πραγματικά δύσκολο να βρεις ένα αυθεντικό οικογενειακό μαγαζί». Βέβαια, κατά περιόδους οι κριτικές άγγιζαν τα όρια της παράνοιας. «Για να είμαι ειλικρινής, οποιοδήποτε μέρος έχει πάνω από 2 τοποθεσίες είναι ύποπτο», έγραψε ένας χρήστης.
Χρησιμοποιώντας το Beli, μια εφαρμογή για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση εστιατορίων, οι TikTokers πρότειναν εναλλακτικές λύσεις σε αυτό που η @thedilligentdiva αποκάλεσε «PE SLOP».
Για παράδειγμα, το Pop Up Bagel έχει λάβει κεφάλαια από πολλούς επενδυτές, έτσι οι χρήστες πρότειναν το Apollo Bagels και το Tompkins Square Bagels. Αντί για την αλυσίδα fast-casual Dig Inn, η @thedilligentdiva πρότεινε το spot υγιεινής διατροφής ThisBowl. Βέβαια, το ThisBowl έχει λάβει μερική χρηματοδότηση από τη Stripes, μια εταιρεία private equity.
Το Los Tacos No 1 αναφερόταν ως εναλλακτική λύση απέναντι στο ανταγωνιστικό Tacombi, το οποίο έχει λάβει χρήματα από private equity, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που το Los Tacos No 1 ανακοίνωσε την επένδυση της TSG Consumer.
Πέφτει η ποιότητα; Η Gen Z αντιδρά
Οι πελάτες έχουν όντως λόγους να ανησυχούν όταν τα ιδιωτικά κεφάλαια εμπλέκονται σε μια αγαπημένη επιχείρηση, λέει η Megan Greenwell, δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου Bad Company: Private Equity and the Death of the American Dream.
«Η ποιότητα είναι γενικά το τελευταίο πράγμα που έχουν στο μυαλό τους», δήλωσε. «Αυτό που προσπαθούν να κάνουν πάνω απ’ όλα είναι να αυξήσουν τα κέρδη». Και για την τάξη των συμβούλων επιχειρήσεων, «αύξηση των κερδών» συνήθως σημαίνει περικοπές και εκπτώσεις στην ποιότητα.
«Απολύεις κόσμο, μειώνεις το προσωπικό ή ξοδεύεις λιγότερα χρήματα για ανάπτυξη και εκπαίδευση», είπε η Greenwell. Τις περισσότερες φορές, αυτό επηρεάζει το προϊόν ή την υπηρεσία.
«Έχει γίνει πλέον ένα είδος meme ότι τα πάντα χειροτερεύουν μόλις αγοραστούν από private equity».
Την ίδια ώρα, οι νεότεροι άνθρωποι μπορεί να είναι πιο πιθανό να σημάνουν συναγερμό. «Από ορισμένες απόψεις, οι άνθρωποι της γενιάς Ζ είναι πιο συνειδητοί καταναλωτές από τις παλαιότερες γενιές», δήλωσε.
Ο κλάδος των εστιατορίων είναι πασιφανώς σκληρός για τους ιδιοκτήτες, ειδικά σε μια ανελέητη αγορά όπως η Νέα Υόρκη. Τα ενοίκια, οι ασφάλειες και το κόστος εργασίας είναι υψηλά, και οι δασμοί συνεχίζουν να αυξάνουν τις τιμές των συστατικών.
«Έχεις πολλούς ιδιοκτήτες εστιατορίων που εκφράζουν ανοιχτά το γεγονός πως είναι αδύνατο να ανοίξεις ένα εστιατόριο χωρίς κάποιου είδους υποστήριξη, είτε αυτό γίνεται μέσω μιας παρέας πραγματικά πλούσιων φίλων είτε αναζητώντας ενεργά private equity», δήλωσε η Σαξένα, η συνιδιοκτήτρια-εργαζόμενη του Ravenous. «Δεν μου προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλά μέρη στρέφονται προς το private equity, αλλά είναι εξαιρετικά καταθλιπτικό το γεγονός ότι αυτό συχνά οδηγεί σε ένα περιβάλλον με λιγότερη γεύση».
Η άλλη πλευρά
Οι υποστηρικτές των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων υποστηρίζουν ότι το επιχειρηματικό αυτό μοντέλο βοηθά στην ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων.
«Οι ιδρυτές και οι επιχειρήσεις επιλέγουν να συνεργαστούν με εταιρείες private equity επειδή παρέχουν μακροπρόθεσμα κεφάλαια και τεχνογνωσία στον κλάδο, στοιχεία που τους βοηθούν να αναπτυχθούν, να χτίσουν και να καινοτομήσουν», δήλωσε σε ανακοίνωσή του ο Will Dunham, διευθύνων σύμβουλος του κλαδικού φορέα American Investment Council.
«Το 85% της χρηματοδότησης από private equity στηρίζει μικρές επιχειρήσεις, επιτρέποντάς τους να προσλάβουν περισσότερους εργαζόμενους και να ανταγωνιστούν πολύ μεγαλύτερες εταιρείες».
Στα 94,5 δισ. οι επενδύσεις σε μπαρ και εστιατόρια
Η συζήτηση αυτή ξεπερνά τα όρια της Νέας Υόρκης. Το 2024, η Blackstone απέκτησε μερίδιο στην αλυσίδα σάντουιτς Jersey Mike’s. Αυτή την εβδομάδα, η εταιρεία εισήλθε στο χρηματιστήριο, γεγονός που χαιρετίστηκε ως επιτυχία για τον κλάδο του private equity.
Πρόσφατα, το Jersey Mike’s εκθρόνισε την Chick-fil-A ως το κορυφαίο σε αξιολόγηση εστιατόριο γρήγορης εξυπηρέτησης, σύμφωνα με τον Αμερικανικό Δείκτη Ικανοποίησης Πελατών (ACSI). Η αλυσίδα τηγανητού κοτόπουλου βρισκόταν προηγουμένως στην πρώτη θέση για 11 συναπτά έτη.
Η συγκεκριμένη αλυσίδα σάντουιτς είναι απλώς μία από τις πολλές γνώριμες αλυσίδες που έχουν εξαγοραστεί από ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια: τα Dunkin’, Subway, Arby’s, Baskin-Robbins και Buffalo Wild Wings αποτελούν μερικά ακόμη παραδείγματα. Σύμφωνα με το CNBC, οι εταιρείες PE επένδυσαν 94,5 δισεκατομμύρια δολάρια σε μπαρ και εστιατόρια μεταξύ 2014 και 2024.
Ωστόσο, αυτό συχνά δεν αποβαίνει σε καλό για την εκάστοτε αλυσίδα, αφού σχεδόν τα μισά από τα μπαρ και εστιατόρια που κατέθεσαν αίτηση πτώχευσης το 2024 υποστηρίζονταν από private equity. Και αυτό οφείλεται στο μοντέλο μοχλευμένων εξαγορών, σύμφωνα με το οποίο οι εταιρείες ιδιωτικών κεφαλαίων δανείζονται χρήματα για να αγοράσουν ένα εστιατόριο και στη συνέχεια μετακυλίουν το χρέος από αυτή την πώληση στην ίδια τη νεοαποκτηθείσα επιχείρηση, όπως εξηγεί ο Guardian.
Πηγή: ΟΤ
