Οι «δύο Ελλάδες» μέσα από τις εκθέσεις ΤτΕ και ΓΣΕΕ

Σε «δύο» διαφορετικές «Ελλάδες» παραπέμπουν οι ετήσιες εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

Αν και οι δύο συμφωνούν σε βασικά οικονομικά μεγέθη, οι ερμηνείες, αλλά και οι πραγματικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, διαφέρουν, ενίοτε, εντυπωσιακά.

Οι «αναγνώσεις» του ΑΕΠ

Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ΤτΕ, «η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό το 2025, υπερβαίνοντας τον ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης για πέμπτο συνεχόμενο έτος».

«Η ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ ανήλθε σε 2,1% το 2025 (στο ίδιο επίπεδο με το 2024). Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ θετική ήταν και η συνεισφορά του εξωτερικού τομέα.».

Η ΓΣΕΕ εκτιμά ότι ναι μεν «η ανάλυση του μακροοικονομικού συστήματος της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύει μια εικόνα σχετικής σταθεροποίησης», αλλά «όχι ακόμη μετασχηματισμού».

Έτσι, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ «δείχνει ότι η ελληνική οικονομία διατύρησε το 2025 θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, υψηλότερο από αρκετές μεγάλες οικονομίες της Ευρώπαϊκής Ένωσης», ωστόσο, η Ελλάδα «δεν ανήκει στις πιο δυναμικές οικονομές της ΕΕ, καθώς χώρες οπώς η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Πολωνία, η Κροατία, η Βουλγαρία κ.α. καταγράφουν υψηλότερες επιδόσεις. Αυτο σημαίνει ότι η ελληνική ανάκαμψη πρέπει να αποτιμηθεί με ρεαλισμό. Από τη μία πλευρά, αποτυπώνει ανθεκτικότητα μέσα σε ένα δυσμενές ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον. Από την άλλη, δεν συνιστά ακόμη απόδειξη πραγματικής σύγκλισης και δομικής αλλαγής του παραγωγικού υποδείγματός της».

Ειδικά για το ΑΕΠ, η ΤτΕ λέει ότι ναι μεν ο ρυθμός ανάπτυξης του 2,1% το 2025 είναι ίδιος με του 2024, αλλά είναι πιο «ισορροπημένος», καθώς εμπεριέχει αύξηση σε επενδύσεις (8,9%), κατανάλωση (+2,0%), εξαγωγές (+1,7%).

Για τη ΓΣΕΕ, «η περιορισμένη σύγκλιση αποτυπώνεται καθαρά στο πραγματικό κατα κεφαλήν ΑΕΠ».

«Το 2025 το πραγματικό κατα κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανέρχεται σε 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ – 27. Η Ελλάδα βελτίώσε τη θέση της σε σχέση με το 2019, όταν το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 17.210 ευρώ, ωστόσο η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει πολύ μεγάλη. Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, από 66% το 2019, γεγονός που δείχνει ότι η πρόοδος είναι πολύ μικρή. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ, επομένως, δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πραγματικής αγοραστικής δύναμης».

Την παραπάνω διαπίστωση παραδέχεται και η ΤτΕ, αν και με μία ρητορική «διάθεση» που δεν κάνει αμέσως σαφή αυτή την παραδοχή.

Έτσι, αναφέρει σχετικά, ότι «η αύξηση της κατανάλωσης, παρά τη μείωση της αγοραστικής δύναμης λόγω πληθωρισμού, σε συνδυασμό με την απόσυρση των μέτρων στήριξης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης του 2022-23 και την αποπληρωμή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, οδήγησε σε περαιτέρω υποχώρηση της αποταμίευσης των νοικοκυριών, καθώς ο ρυθμός ανόδου της κατανάλωσης υπερέβη εκείνον του διαθέσιμου εισοδήματος.

Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών παρέμεινε σε αρνητικά επίπεδα, παρόμοια με εκείνα της προ πανδημίας περιόδου».

Σε απλά ελληνικά, η φράση «ο ρυθμός ανόδου της κατανάλωσης υπερέβη εκείνον του διαθέσιμου εισοδήματος» σημαίνει πως όσοι έχουν και μπορούν, «τρώνε από τα έτοιμα».

Και, ως γνωστόν, το πρόβλημα με τα «έτοιμα» είναι ότι καταναλώνονται μακράν γρηγορότερα από τον ρυθμό συσσώρευσής τους.

Αγορά εργασίας

Και οι δύο εκθέσεις συμφωνούν στην ποσοτικά θετική εικόνα της αγοράς εργασίας, αλλά η «σύμπτωση» απόψεων σταματά εδώ.

Η ΤτΕ λέει ότι το 8,9% της ανεργίας συνιστά χαμηλό 16ετίας, ενώ καταγράφει αύξηση της συμμετοχής νέων και γυναικών.

Η ΓΣΕΕ δεν αμφισβητεί την παραπάνω τάση, αλλά την χαραξτηρίζει «άνιση» και «ποιοτικά ανεπαρκή».

Έτσι, ναι μεν το ποσοστό απασχόλησης στις ηλικίες 15 – 64 ανήλθε το 2025 στο 64,6%, από 56,5% το 2019 και 60,8% το 2009, αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ, ο οποίος διαμορφώνεται στο 71,0%, καθώς και των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 73,6%.

«Συνεπώς, παρά την πρόοδο, η ελληνική οικονομία δεν αξιοποιεί ακόμη πλήρώς το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό της.

Επιπλέον, οι περιφερειακές αποκλίσεις παραμένουν επίσης έντονες.

Έτσι, το 2025 τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης καταγράφονται στην Κρήτη (68,3%), στην Πελοπόννησο (68,1%) και στην Αττική (67,5%).

Αντίθετα, τα χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζονται στη Δυτική Μακεδονία (56,3%), στη Δυτική Ελλάδα (59,9%) και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (60,5%).

«Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ανάκαμψη της απασχόλησης χαρακτηρίζεται απο έντονες περιφερειακές ανισότητες, οι οποίες συνδέονται με τη διαφορετική παραγωγική βάση, την κλαδική διάρθρωση και τις αναπτυξιακές δυνατότητες κάθε περιφέρειας».

Αναλόγως, το ποσοστο απασχόλησης τών γυναικών όντως αυξήθηκε στο 56,5% το 2025, αλλά παραμένει αισθητά χαμηλότερο απο τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ανέρχεται στο 66,6%.

Αντίστοιχα, η απασχόληση των νέων ηλικίας 15 – 29 ετών διαμορφώνεται στην Ελλάδα στο 36,2%, έναντι 49,1% στην ΕΕ.

«Ακόμη και στους απόφοιτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου θα ανέμενε κανείς ισχυρότερη ένταξη στην αγορά εργασίας, το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα ανέρχεται στο 81,9%, χαμηλότερα από το 86,8% της ΕΕ και πολύ χαμηλότερα απο το 90,1% των χωρών των Βαλκανίων και το 90,3% των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Ακόμη μία οδυνηρή πτυχή της εγνώριας ανεργίας αναδεικνύει το εξής στοιχείο που παραθέτει η ΓΣΕΕ:

«Το 2025 το 55,8% των ανέργων στην Ελλάδα παρέμενε εκτός εργασίας για διά στημα άνω των δώδεκα μηνών, ποσοστό πολύ υψηλότερο από το 31,5% της ΕΕ, το 31,3% των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το 36,4% των Βαλκανίων και το 41,6% των χωρών της Περιφέρειας.

«Το εύρημα αυτό δείχνει ότι, παρά τη μείωση της συνολικής ανεργίας, ένα μεγάλο τμήμα των ανέργων κινδυνεύει να παγιδευτεί σε κατάσταση μόνιμης αποσύνδεσης από την παραγωγική διαδικασία (..) Η εικονα αυτή αποτυπώνει μια κρίσιμη διαρθρωτική αδυναμία του παραγωγικού συστήματος».

Εντατικοποίηση της εργασίας

Η Ελλάδα καταγράφει περισσότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ΓΣΕΕ, στο χονδρικο και λιανικο εμπόριο, όπου συγκεντρώνεται το 17,6% της συνολικής απασχόλησης, οι μέσες συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανέρχονται το 2025 σε 42,3, που είναι η υψηλότερη τιμή μεταξυ των υπό εξέταση χωρώ.

Στη μεταποίηση, οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας διαμορφώνονται σε 41,7, επίσης υψηλότερα από τις αντίστοιχες ομάδες χωρών της ΕΕ.

Στον πρώτογενη τομέα, οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες την εβδομάδα.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι η ελληνική αγορά εργασίας δεν πάσχει μόνο από χαμηλές αμοιβές, αλλά και από εντατικοποίηση της εργασίας».

Φτώχεια

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σύγκλιση των δύο εκθέσεων σε ό,τι αφορά στην εξάπλωση της φτώχειας στην Ελλάδα, παρά το γεγονός, ότι,όπως είδαμε παραπάνω, η χώρα καταγράφει περισσότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ανήλθε το 2024 σε 19,6%, όπως είχε καταγραφεί και για τα εισοδήματα του 2023, παραμένοντας πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα.

»Παράλληλα, με βάση τα εισοδήματα του 2024 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία σε επίπεδο ΕΕ) ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (16,2%) και είναι ο έβδομος υψηλότερος στην ΕΕ-27.

Το ποσοστό του πληθυσμού της χώρας που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό, σύμφωνα με τον αναθεωρημένο ορισμό, αυξήθηκε το 2024 σε 27,5% (ή 2.797 χιλιάδες άτομα) από 26,9% το 2023 (ή 2.744 χιλιάδες άτομα).

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27, η Ελλάδα εμφάνιζε το 2023 τον τρίτο υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Ο μέσος όρος ήταν 21% στις χώρες της ΕΕ-27».

Η ΓΣΕΕ προχωρά λίγο περισσότερο.

Διαπιστώνει λοιπόν, ότι «η ανάλυση της κοινώνικης βιωσιμότητας και της ποιότητας ζωής στην Ελλάδα αναδεικνύει μια σύνθετη και αντιφατική εικόνα.

Από τη μια πλευρά, η ελληνική οικονομία έχει εξέλθει από την πιο οξεία φάση της προηγούμενης κρίσης και ορισμένοι κοινωνικοί δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση συγκριτικά με τη δεκαετία του 2010.

Από την άλλη πλευρά, η σχετική φτώχεια, η εισοδηματική ανισότητα, η φτώχεια στην εργασία, η οικονομική πίεση των νοικοκυριών και η υποκειμενική ευημερία δείχνουν ότι η κοινωνική ανάκαμψη παραμένει ανεπαρκής, άνιση και εύθραυστη».

Έτσι:

• Ο κίνδυνος φτώχειας παραμένει υψηλός σε κρίσιμες κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες. Ιδιαίτερα οι νέοι ηλικίας 18 – 24 ετών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένη κοινωική ευαλωτότητα, με τον κίνδυνο φτώχειας να διαμορφώνεται το 2025 στο 24,2%. Το ποσοστό αυτό, παρότι έχει μειωθεί σε σχέση με το 2019, παραμένει υψηλό σε σύγκριση με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη κοινωνική και αναπτυξιακή σημασία, καθώς δείχνει ότι η νέα γενιά εξακολουθεί να εισέρχεται στην οικονομική και κοινωνική ζωή με υψηλό βαθμό ανασφάλειας.

• Αντίστοιχα, στον πυρήα του ενεργού πληθυσμού, δηλαδή στην ηλικιακή ομάδα 25 – 54 ετών, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα διαμορφώνεται το 2025 στο 17,5%, έναντι 14,3% στην ΕΕ-27.

• Σημαντικη κοινώνικη πίεση αντιμετωπίζει και η ηλικιακή ομάδα 55 – 64 ετών. Το 2025 ο κίνδυνος φτώχειας γι’ αυτή την ομάδα ανέρχεται στην Ελλάδα στο 17,3%, έναντι 14,9% στην ΕΕ-27.

Στέγη

Διαρθωτικές αδυναμίες, πάντως, διαπιστώνει και η ΤτΕ.

Έτσι, στην έκθεσή της, διαπιστώνει ότι «η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και οι συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να συνιστούν πηγές ευπάθειας, ιδίως σε περίπτωση παρατεταμένων διαταραχών».

Μία από τις πληθωριστικές αυτές πιέσεις είναι ο «πληθωρισμός της στέγασης» στην Ελλάδα, ο οποίος «εμφανίζει χαρακτηριστικά επιμονής και σαφή απόκλιση έναντι της ζώνης του ευρώ».

Σύμφωνα, λοιπόν, με την ΤτΕ, «ενώ την περίοδο 2021-22 οι πληθωριστικές πιέσεις στη στέγαση στην Ελλάδα οφείλονταν σχεδόν αποκλειστικά στην ενεργειακή κρίση, από το 2023 και ιδίως το 2025 παρατηρείται μετατόπιση του κύριου βάρους προς τα ενοίκια κύριας κατοικίας».

«Η εξέλιξη αυτή συνάδει με τα αποτελέσματα πρόσφατων ερευνητικών μελετών, που υποστηρίζουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις στις υπηρεσίες μεταδίδονται με χρονική υστέρηση από κατηγορίες που αντιδρούν ταχύτερα στις μεταβολές των τιμών σε καύσιμα και είδη διατροφής (“fast-movers”) σε κατηγορίες με πιο σταδιακή προσαρμογή (“late-comers”), με τα ενοίκια να αποτελούν βασική συνιστώσα της καθυστερημένης αντίδρασης.

»Η έντονη άνοδος των ενοικίων στην Ελλάδα αντανακλά κυρίως διαρθρωτικές ανισορροπίες στην αγορά κατοικίας.

Όπως επισημαίνεται σε πρόσφατη μελέτη, η κρίση χρέους οδήγησε αρχικά σε σημαντική πτώση των τιμών των ακινήτων, στη δημιουργία μεγάλου αποθέματος κενών κατοικιών, σε υψηλά επίπεδα υπερχρέωσης των νοικοκυριών και στη μείωση των επενδύσεων σε κατοικίες.

Ωστόσο, η οικονομική ανάκαμψη μετά το 2017 συνοδεύθηκε από σταθερή άνοδο των τιμών των οικιστικών ακινήτων, η οποία ενισχύθηκε περαιτέρω από την αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων και την ταχεία ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Οι εξελίξεις αυτές, αν και συνέβαλαν στην τουριστική ανάπτυξη και στην εισροή κεφαλαίων, σε συνδυασμό με τις μειωμένες επενδύσεις σε κατοικίες, είχαν ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της προσφοράς κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση.

Λόγω της αυξημένης ζήτησης, ιδίως σε αστικές περιοχές, και του αυξημένου κόστους συντήρησης και ανακαίνισης των κατοικιών, το οποίο μετακυλίεται σε μεγάλο βαθμό στα ενοίκια, διαμορφώθηκαν ανοδικές πιέσεις στις μισθώσεις».

Επιχειρηματικά κέρδη

Πάντω, τα επιχειρηματικά κέρδη κατέγραψαν αξιοσημείωτες επιδόσεις.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, «το πρώτο εννεάμηνο του 2025 η κερδοφορία των ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, παρά την επιδείνωση του διεθνούς μακροοικονομικού περιβάλλοντος εξαιτίας της αύξησης του προστατευτισμού και των γεωπολιτικών κινδύνων που σχετίστηκαν με τις διεθνείς εξελίξεις».

«Ειδικότερα, το μερίδιο καθαρού κέρδους (οριζόμενο ως ο λόγος του καθαρού λειτουργικού πλεονάσματος προς την καθαρή προστιθέμενη αξία), το οποίο εκφράζει την απόδοση του επιχειρηματικού τομέα σε όρους λειτουργικών κερδών, ανήλθε σε 29,5% σημειώνοντας αύξηση σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024 (29,1%), παρά την ήπια ενίσχυση του κόστους εργασίας.

Τα επιχειρηματικά κέρδη σταθεροποιήθηκαν σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα έναντι της προ πανδημίας περιόδου (25,2% κατά μέσο όρο την τριετία 2017-19) (βλ. Διάγραμμα IV.19).

Η κερδοφορία του επιχειρηματικού τομέα βελτιώθηκε στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας, αντανακλώντας την ενίσχυση των ξένων άμεσων επενδύσεων, την αξιοποίηση πόρων από τον RRF, καθώς και τη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης. Οι
εξελίξεις αυτές συνέβαλαν επίσης στη στήριξη της επενδυτικής δραστηριότητας και στην αναβάθμιση του παραγωγικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων, βοηθώντας την κερδοφορία.

Παράλληλα, η συνεχιζόμενη αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας συνέβαλε θετικά στη διαμόρφωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων του κλάδου. Επιπλέον, οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις συνέβαλαν στην αύξηση των τιμών των παραγόμενων προϊόντων, ιδίως
στους κλάδους των υπηρεσιών που χαρακτηρίζονται από σχετικά χαμηλό βαθμό ανταγωνισμού, βελτιώνοντας την κερδοφορία.

Τέλος, η υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης από τις επιχειρήσεις εκτιμάται ότι έχει ενισχύσει και θα συνεχίσει να ενισχύει την παραγωγικότητά τους και την κερδοφορία τους σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα».

Πηγή: ΟΤ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA